Παγετοπροστασία οπωροφόρων δέντρων με έμφαση στα εσπεριδοειδή


Παγετοπροστασία οπωροφόρων δέντρων με έμφαση στα εσπεριδοειδή
Πληροφορίες για την συμπεριφορά των των καρποφόρων δέντρων, με έμφαση στα εσπεριδοειδή, υπό συνθήκες παγετού και τα δυνατά μέτρα παθητικής και ενεργητικής προστασίας τους.


Περίληψη
Τα εσπεριδοειδή θεωρούνται πολύ ευαίσθητα στους παγετούς. Ο παγετός προκαλείται κατά την πτώση της θερμοκρασίας του αέρα μέχρι ή και από τους 0 οC. Ανάλογα με την αιτία δημιουργίας τους, οι παγετοί διακρίνονται σε ακτινοβολίας και ψυχρών αέριων μαζών. Οι ζημιές που προκαλούνται στα δένδρα ποικίλουν και σχετίζονται όχι μόνο με την ένταση του παγετού αλλά και τη διάρκειά του. Έτσι, οι ζημίες μπορούν να περιοριστούν στα φύλλα και τους νεαρούς βλαστούς (ασθενείς και μικρής διάρκειας παγετοί) ή να προχωρήσουν σε πιο ώριμα φυτικά τμήματα, μέχρι και στον κορμό (ισχυροί και μεγάλης διάρκειας παγετοί). Υπάρχουν σημαντικές διαφορές μεταξύ των καλλιεργούμενων ειδών εσπεριδοειδών ως προς ευαισθησία τους στον παγετό (κιτριά, λεμονιά > φράπα, γκρέιπφρουτ > πορτοκαλιά, νεραντζιά > μανταρινιά). Το χρησιμοποιούμενο υποκείμενο παίζει επίσης σημαντικό ρόλο.
Στη παρούσα εργασία αναφέρονται αναλυτικά οι ζημιές που προκαλούνται στα δένδρα και όλα τα μέτρα προστασίας των οπωρώνων από τους παγετούς. Τα μέτρα προστασίας διακρίνονται σε παθητικά, που είναι αυτά που εφαρμόζονται πριν από την δημιουργία του παγετού, και σε ενεργητικά, που λαμβάνονται λίγο πριν και κατά τη διάρκεια του παγετού.

Στο βίντεο που ακολουθεί, παρουσιάζονται όλοι οι βασικοί τρόποι και τα μέσα αντιμετώπισης-περιορισμού των ζημιών που μπορεί να προκαλέσουν οι παγετοί στα οπωροφόρα δέντρα.

1. Εισαγωγή
1.1 Οικονομική σημασία των εσπεριδοειδών
Τα εσπεριδοειδή ανήκουν στην οικογένεια Rutaceae και στην υποοικογένεια Αurantioideae. Στο γένος Citrus ανήκουν τα πλέον καλλιεργούμενα είδη εσπεριδοειδών, όπως είναι η πορτοκαλιά (C. sinensis), η μανταρινιά (C. reticulata), η λεμονιά (C. limon) και το γκρέιπφρουτ (C. paradisi).
Η καλλιέργεια των εσπεριδοειδών είναι σπουδαίας σημασίας για τις οικονομίες πολλών χωρών μη εξαιρουμένης της χώρας μας. Η συνολική ετήσια παγκόσμια παραγωγή καρπών εσπεριδοειδών μέχρι πρόσφατα παρουσίαζε ανοδική τάση και υπολογίζεται ότι σήμερα ξεπερνάει τα 110 εκατομμύρια. Η καλλιέργειά τους στη χώρα μας καταλαμβάνει έκταση γύρω στα 500.000 στρέμματα, τα οποία κατανέμονται κατά είδος σε 68% πορτοκαλιές, 19% λεμονιές, 12% μανταρινιές και 0,5% γκρέιπφρουτ. Οι κυριότερες περιοχές καλλιέργειας τους εντοπίζονται στους νομούς Αργολίδος, Λακωνίας, Άρτας, Αιτωλοακαρνανίας, Θεσπρωτίας και Χανίων.
 
1.2 Παγετός και εσπεριδοειδή
Ο παγετός είναι ένα καιρικό φαινόμενο που προκαλείται με την πτώση της θερμοκρασίας του αέρα μέχρι ή και κάτω από το μηδέν (0 οC). Αυτό έχει σαν αποτέλεσμα την δημιουργία παγοκρυστάλλων πάνω στην επιφάνεια του εδάφους ή και του φυτού. Γενικά, ο παγετός μπορεί να δημιουργηθεί είτε (α) από απώλειες θερμότητας, λόγω υπερβολικής ακτινοβολίας (παγετός ακτινοβολίας) είτε (β) από την κίνηση μαζών ψυχρού αέρα με θερμοκρασία κάτω από το μηδέν (παγετός ψυχρών μαζών αέρα) (Εικ. 1) (Σφακιωτάκης, 1993). Επίσης, τους παγετούς μπορούμε να τους διακρίνουμε (α) σε ασθενείς στους οποίους οι θερμοκρασίες κυμαίνονται από 0 έως -2 οC και είναι οι παγετοί που εμφανίζονται συχνότερα και διαρκούν 6 ώρες περίπου, (β) σε μέτριους στους οποίους οι θερμοκρασίες κυμαίνονται από -2 έως -4 οC, είναι λιγότερο συχνοί και διαρκούν 6 έως 10 ώρες και (γ) σε ισχυρούς όταν οι θερμοκρασίες βρίσκονται σε επίπεδα κάτω από -4 οC. Οι τελευταίοι παγετοί είναι εκείνοι που δημιουργούν τα μεγαλύτερα προβλήματα στην εσπεριδοκαλλιέργεια λόγω της μεγάλης ευαισθησίας των εσπεριδοειδών στο εύρος αυτό των θερμοκρασιών (<-4 οC) (Βασιλακάκης & Θεριός, 1996).
 
Παγετός ακτινοβολίας: (Α) διαφυγή ακτινοβολίας (δημιουργία συνθηκών παγετού), (Β) αντανάκλαση ακτινοβολίας (αποφυγή συνθηκών παγετού) (Σφακιωτάκης, 1993).
Εικόνα 1. Παγετός ακτινοβολίας: (Α) διαφυγή ακτινοβολίας (δημιουργία συνθηκών παγετού), (Β) αντανάκλαση ακτινοβολίας (αποφυγή συνθηκών παγετού) (Σφακιωτάκης, 1993).
 
Τα καλλιεργούμενα είδη εσπεριδοειδών έχουν διαφορετική ευαισθησία στους παγετούς. Με άλλα λόγια, αν και τα εσπεριδοειδή θεωρούνται ευαίσθητα σε θερμοκρασίες κάτω από 0 οC, συγκριτικά υπάρχουν περισσότερο και λιγότερο ευαίσθητα είδη. Πιο συγκεκριμένα, η σειρά αντοχής των εσπεριδοειδών στο ψύχος από τα πιο ανθεκτικά προς τα πιο ευπαθή είναι η ακόλουθη: μανταρινιές τύπου Σατσούμα, υπόλοιπες μανταρινιές, νεραντζιά, πορτοκαλιά, γκρέιπφρουτ, φράπα, λεμονιά, λιμεττιά και κιτριά.
Από τα παραπάνω γίνεται αντιληπτό ότι η λεμονιά είναι από τα πλέον ευαίσθητα στις χαμηλές θερμοκρασίες είδη. Με άλλα λόγια, κατά την έλευση ενός παγετού σε μια περιοχή που καλλιεργούνται εσπεριδοειδή συμβαίνει πολλές φορές να καταγράφονται σημαντικότατες ζημίες σε λεμονόδενδρα ενώ την ίδια ώρα να έχουμε πολύ μικρότερες ζημίες-μη αξιόλογες σε πορτοκαλιές (Παπαδάκης, 2009). Για παράδειγμα, στην χώρα μας υπήρχαν το 2004 περίπου 100.000 στρέμματα με λεμονιές. Οι δυσμενείς καιρικές συνθήκες (παγετός) όμως κατά το 2003 και 2004 κατέστρεψαν πάνω από το μισό φυτικό κεφάλαιο στην Β. Πελοπόννησο, όπου βρίσκονται και οι περισσότερες λεμονιές. Από το 2004 και μετά η χώρα μας από αυτάρκης που ήταν σε λεμόνια εξελίχθηκε σε ελλειμματική (Ανώνυμος, 2008).
 
1.3 Φυσιολογική προσέγγιση του παγώματος των φυτικών ιστών υπό συνθήκες παγετού
Υπό συνθήκες παγετού, το νερό που περιέχεται εντός των ιστών των εσπεριδοειδών παγώνει με αποτέλεσμα την αύξηση του όγκου του (σχηματισμός παγοκρυστάλλων). Αποτέλεσμα του σχηματισμού παγοκρυστάλλων είναι η πρόκληση μηχανικών ζημιών (διαρρήξεις) στα κυτταρικά τοιχώματα και στις κυτταρικές μεμβράνες αλλά και μη αντιστρεπτών μεταβολών στη δομή και τη λειτουργία των κυτταρικών μεμβρανών (λόγω αφυδάτωσης). Ανάλογα με την έκτασή τους, οι προαναφερόμενες μεταβολές μπορεί να οδηγήσουν μέχρι και στη νέκρωση των ζημιωμένων από τις χαμηλές θερμοκρασίες ιστών (Spiegel-Roy και Goldschmidt, 1996).
Κατά την πτώση της θερμοκρασίας, ο κυτταρικός χυμός των φυτών υπέρ-ψύχεται δηλαδή διατηρείται σε υγρή κατάσταση, σε θερμοκρασία πολύ χαμηλότερη του σημείου πήξης μηδέν βαθμών κελσίου του νερού. Καθώς συνεχίζεται η μείωση της θερμοκρασίας, το εξωκυτταρικό νερό (νερό που βρίσκεται στον αποπλάστη) αρχίζει να παγώνει, οπότε ελκύεται θερμότητα στο περιβάλλον. Έτσι, η θερμοκρασία αυξάνεται ταχύτατα (κατά 4-5 οC) και διατηρείται αμετάβλητη έως ότου παγώσει όλο το εξωκυτταρικό νερό. Τότε, η έκλυση της θερμότητα σταματά και αρχίζει πάλι η πτώση της θερμοκρασίας, που συνοδεύεται από την έξοδο του νερού από το κυτταρόπλασμα προς τον αποπλάστη όπου και παγώνει. Η έκλυση αυτή της λανθάνουσας θερμότητας τήξης του νερού αποτελεί τη θεωρητική βάση για την πρακτική του καταιονισμού των καλλιεργειών κατά την διάρκεια παγετού. Η αφυδάτωση του πρωτοπλάστη μπορεί να οδηγήσει σε διάρρηξη της κυτταρικής μεμβράνης, με αποτέλεσμα να τη νεκρώσει, ενώ η αύξηση της διαπερατότητας των μεμβρανών κατά τον εγκλιματισμό έχει ιδιαίτερη σημασία για την αποφυγή σχηματισμού ενδοκυτταρικών παγοκρυστάλλων. Τα όρια της υπέρψυξης του κυτταρικού χυμού διαφέρουν μεταξύ των φυτικών ειδών και για το ίδιο φυτικό είδος υπάρχουν διαφορές μεταξύ των διαφόρων ιστών (Κωνσταντινίδου, 2003).
 
2. Ζημίες από παγετό στα εσπεριδοειδή
Οι ζημίες από τους παγετούς είναι πολύ συχνές στα εσπεριδοειδή και αποτελούν ένα από τα σοβαρότερα προβλήματα της καλλιέργειάς τους στη χώρα μας, με σημαντικές οικονομικές επιπτώσεις. Πρόκειται για τις ζημίες επί των δένδρων (φύλλα, βλαστοί, κλαδιά, βραχίονες, κορμός) και των καρπών που προκαλούνται όταν επικρατήσουν θερμοκρασίες κάτω από τους 0 οC κατά τις οποίες σχηματίζονται κρύσταλλοι πάγου μέσα στους φυτικούς ιστούς (παγοπληξία) (Παναγόπουλος, 1993).
Η έκταση των ζημιών που παρατηρούνται στα δένδρα των εσπεριδοειδών εξαρτάται όχι μόνο από την απόλυτη ελάχιστη θερμοκρασία στην οποία εκτίθενται αυτά κατά τον παγετό αλλά και από την ταχύτητα πτώσης της θερμοκρασίας. Επίσης, μεγάλη σημασία έχουν και οι θερμοκρασίες του περιβάλλοντος στις οποίες εκτίθενται τα δένδρα κατά την περίοδο που προηγείται του παγετού (κατάσταση εγκλιματισμού). Δηλαδή τα καλώς εγκλιματισμένα στις χαμηλές θερμοκρασίες δένδρα είναι περισσότερο ανθεκτικά στους παγετούς και επομένως παρουσιάζουν μικρότερης κλίμακας ζημίες από ότι τα μετρίως εγκλιματισμένα ή τα μη εγκλιματισμένα. Πρακτικά, αυτό σημαίνει ότι τα δένδρα είναι περισσότερο ευαίσθητα στους παγετούς κατά το φθινόπωρο ή τις αρχές του χειμώνα από ότι κατά τα μέσα με τέλη του χειμώνα. Άλλοι παράγοντες που επηρεάζουν την ευαισθησία των δένδρων στις χαμηλές θερμοκρασίες σχετίζονται με τη φυσιολογική την υγιεινή τους κατάσταση, αφού δένδρα που παρουσιάζουν για παράδειγμα ελλείψεις θρεπτικών στοιχείων ή είναι προσβεβλημένα από διάφορους εχθρούς και ασθένειες έχουν μεγαλύτερη ευαισθησία στο ψύχος (Παπαδάκης, 2009).
Οι Spiegel-Roy και Goldschmidt (1996) αναφέρουν ότι σε γενικές γραμμές τα εσπεριδοειδή υφίστανται σοβαρότατες ζημίες σε θερμοκρασίες που κυμαίνονται μεταξύ -2,2 και -6,7 ºC. Μάλιστα, φυτικοί ιστοί με υψηλό υδατικό περιεχόμενο (>85%), όπως τα άνθη και η νεαρή-τρυφερή βλάστηση, είναι περισσότερο ευαίσθητοι στις χαμηλές θερμοκρασίες λόγω του ότι σχηματίζονται ευκολότερα παγοκρύσταλλοι. Σε ό,τι αφορά τους καρπούς, αυτοί ζημιώνονται συνήθως είτε μετά από έκθεσή τους στους -2 ºC για 4 ώρες είτε μετά από μερικές ώρες στους -3 ºC.
 
2.1. Ζημίες στα φύλλα και στους βλαστούς
Αρχικά παρατηρούνται συμπτώματα στα φύλλα. Τα φύλλα συστρέφονται ξηραίνονται αποκτούν ανοικτό καστανό χρώμα και αργότερα πέφτουν. Αν ο παγετός είναι ισχυρός έχουμε προσβολές σε βλαστούς, βραχίονες ακόμα και στον κορμό του δένδρου. Οι ετήσιοι και οι νέοι-τρυφεροί βλαστοί αποκτούν εσωτερικά ένα καφέ χρώμα (Παναγόπουλος, 1993). Αν ο παγετός είναι ισχυρός παρατηρείται νέκρωση ακόμα και σε αγγεία των βλαστών μεγαλύτερης ηλικίας με αποτέλεσμα τη ξήρανση ολόκληρων κλαδιών, υποβραχιόνων, βραχιόνων ή/και του κορμού του δένδρου (Εικ. 2).
Αναφέρεται ότι τα δένδρα της λεμονιάς αποφυλλόνονται ολοκληρωτικά σε θερμοκρασίες που κυμαίνονται από -4,4 έως -5,7 ºC. Η πτώση της θερμοκρασίας στους -6,7 ºC προκαλεί σοβαρότατη ζημία στο ξύλο των λεμονοδένδρων. Τα άνθη νεκρώνονται στους -1,7 ºC (Morton, 1987).  
 
Υδατώδεις κηλίδες σε ζημιωμένα από ήπιο παγετό φύλλα εσπεριδοειδούς (αριστερά) και ολοκληρωτική καταστροφή δένδρων από ισχυρό παγετό (δεξιά)
Εικόνα 2. Υδατώδεις κηλίδες σε ζημιωμένα από ήπιο παγετό φύλλα εσπεριδοειδούς (αριστερά) και ολοκληρωτική καταστροφή δένδρων από ισχυρό παγετό (δεξιά) (Anonymous, 2009).
 
 
2.2. Ζημίες στους καρπούς
Κατά τον Παναγόπουλο (1993), η ευαισθησία των καρπών στους παγετούς εξαρτάται από το στάδιο που βρίσκεται ο καρπός. Οι προσβεβλημένοι καρποί αρχικά εμφανίζουν υδατώδεις περιοχές στις μεμβράνες της σάρκας. Αργότερα οι καρποί μαυρίζουν και η σάρκα αφυδατώνεται. Οι έντονα ζημιωμένοι-παγωμένοι καρποί πέφτουν από το δένδρο. Φυσικά τέτοιοι δεν είναι εμπορεύσιμοι (Εικ. 3).
Τα νεαρά καρπίδια νεκρώνονται στους -1,7 ºC ενώ οι ώριμοι και οι σχεδόν ώριμοι καρποί πλήττονται σε θερμοκρασίες μικρότερες από -2,2 ºC (Morton, 1987). Πράσινοι καρποί διαμέτρου 2 cm αντέχουν σε θερμοκρασίες μέχρι και -4 ºC και είναι πιο ανθεκτικοί όχι μόνο από τα άνθη και από τα νεαρά καρπίδια αλλά και από τους ώριμους καρπούς (Βασιλακάκης & Θεριός, 1996).
 
Πτώση παγετόπληκτων καρπών πριν τη συγκομιδή (αριστερά) και εμφανή συμπτώματα (εσωτερικό στέγνωμα) παγετοπληξίας σε καρπούς (δεξιά πάνω)
Εικόνα 3. Πτώση παγετόπληκτων καρπών πριν τη συγκομιδή (αριστερά) και εμφανή συμπτώματα (εσωτερικό στέγνωμα) παγετοπληξίας σε καρπούς (δεξιά πάνω) (Anonymous, 2009).
 
3. Μέτρα προστασίας του οπωρώνα
Τα μέτρα προστασίας των οπωρώνων των εσπεριδοειδών χωρίζονται σε δυο κατηγορίες, τα παθητικά και τα ενεργητικά μέτρα. Σκοπός των παθητικών μέτρων είναι να μειώσουν την πιθανότητα να δημιουργηθεί παγετός και να αυξήσουν την αντοχή των φυτών (ολόκληρου του οπωρώνα) στις χαμηλές θερμοκρασίες. Τα παθητικά μέτρα έχουν στην ουσία προληπτική δράση. Αντίθετα, τα ενεργητικά μέτρα είναι περισσότερο αποτελεσματικά από τα παθητικά και αυτό γιατί ο κάθε παραγωγός επεμβαίνει στο μικροκλίμα της περιοχής με διάφορες τεχνικές ή/και με διάφορα μηχανήματα για να εμποδίσει την δημιουργία παγετού ή να μετριάσει την έντασή του (Βασιλακάκης & Θεριός, 1996).
 
3.1 Παθητικά μέτρα παγετοπροστασίας
Στην κατηγορία των παθητικών μέτρων προστασίας συγκαταλέγονται αποφάσεις που λαμβάνονται ή ενέργειες που εκτελούνται πολύ πριν από την εμφάνισή του παγετού και έχουν ως απώτερο στόχο την αύξηση της ανθεκτικότητας του οπωρώνα στους παγετούς ή τη μείωση της πιθανότητας να δημιουργηθούν συνθήκες παγετού ή τουλάχιστον ισχυρού παγετού σε επίπεδο γεωργικής εκμετάλλευσης. Μεταξύ άλλων, αναφέρονται και αναλύονται παρακάτω τα εξής παθητικά-προληπτικά μέτρα: (α) κατάλληλη επιλογή θέσης οπωρώνα (τοπογραφία περιοχής, μικροκλίμα χωραφιού), (β) επιλογή κατάλληλου είδους, ποικιλίας και υποκειμένου, (γ) καλλιεργητικές τεχνικές που προάγουν το σχηματισμό εύρωστων δένδρων (θρέψη, φυτοπροστασία, εφαρμογή διαφόρων σκευασμάτων) και (δ) δημιουργία φυσικών ή τεχνιτών ανεμοφρακτών (Παπαδάκης, 2009).
 
3.1.1 Εκλογή κατάλληλης τοποθεσίας εγκατάστασης εσπεριδεώνα
Δεδομένου ότι η θερμοκρασία του αέρα επηρεάζεται από την κλίση του εδάφους, την έκθεση του οπωρώνα στον ήλιο και το υψόμετρο, η τοπογραφία της περιοχής πρέπει να εξετάζεται διεξοδικά πριν την εγκατάσταση των εσπεριδεώνων. Στα πλαίσια αυτά, σε περιοχές που υπάρχουν συχνά ψυχροί άνεμοι επιλέγονται για εγκατάσταση εσπεριδοειδών οι πλαγιές σε σχέση με τις κοιλάδες, ιδιαίτερα όταν οι κοιλάδες περιβάλλονται περιμετρικά από πλαγιές και είναι δύσκολη η διαφυγή των ψυχρών αέριων μαζών. Επίσης, οι περιοχές που βρίσκονται κοντά από υδάτινους όγκους (φράγματα, λίμνες, θάλασσα) αποτελούν ιδανικούς τόπους ανάπτυξης των εσπεριδοειδών αφού μειώνονται πάρα πολύ οι πιθανότητες μεγάλης πτώσης της θερμοκρασίας (παγετού), λόγω της υψηλής θερμοχωρητικότητας του νερού.
 
3.1.2 Εκλογή κατάλληλου είδους, ποικιλίας και υποκειμένου
Πριν την εγκατάσταση του εσπεριδεώνα είναι πάρα πολύ σημαντικό να εξετάσουμε τις κλιματικές συνθήκες της περιοχής προκειμένου να αποκλείσουμε την περίπτωση εγκατάστασής του (αν οι παγετοί είναι συχνοί και ισχυροί) ή να λάβουμε σημαντικές αποφάσεις για το είδος ή τα είδη που μπορούν να αναπτυχθούν χωρίς ιδιαίτερα προβλήματα (απουσία παγετών ή σπάνιοι και ασθενείς παγετοί). Σε κάθε περίπτωση, η ανθεκτικότητα των διαφόρων ειδών και ποικιλιών είναι δυνατό να βελτιωθεί με τη χρήση διαφόρων υποκειμένων, σχετικά ανθεκτικών στις χαμηλές θερμοκρασίες (Παπαδάκης, 2009).
Σε ότι αφορά τη σειρά ανθεκτικότητας των διαφόρων ειδών εσπεριδοειδών στις χαμηλές θερμοκρασίες, από το πιο ευαίσθητο στο πιο ανθεκτικό, είναι: κιτριά, λιμεττιά, λεμονιά, φράπα, γκρέιπφρουτ, πορτοκαλιά, νεραντζιά και μανταρινιά. Επίσης, το υποκείμενο πάνω στο οποίο εμβολιάζονται τα διάφορα και ποικιλίες εσπεριδοειδών είναι δυνατό να επηρεάσει την ανθεκτικότητά τους υπό συνθήκες παγετού (Παπαδάκης, 2009). Για παράδειγμα, η ποικιλία μανδαρινιάς Clementine εμβολιασμένη πάνω σε τρίφυλλη πορτοκάλια παρουσιάζει αντοχή στους -6 ºC ενώ πάνω σε νεραντζιά νεκρώνετε στην ίδια θερμοκρασία (Βασιλακάκης & Θεριός, 1996). Γενικά, η σειρά ευαισθησίας διαφόρων υποκειμένων εσπεριδοειδών παρουσιάζεται αναλυτικά στον Πίνακα 1.
 Κατάταξη ειδών και υποκειμένων εσπεριδοειδών ως προς την ευαισθησία τους στις χαμηλές θερμοκρασίες 
3.1.3 Εξασφάλιση καλής φυσιολογικής και υγιεινής κατάστασης των δένδρων
Γενικά, δένδρα που βρίσκονται καλή φυσιολογική και υγιεινή κατάσταση ευνοούνται, αφού τους περισσεύουν υδατάνθρακες και λοιπές θρεπτικές ουσίες που επαυξάνουν την ανθεκτικότητά τους στις χαμηλές θερμοκρασίες. Δένδρα εξαντλημένα, που είχαν για παράδειγμα υπερβολικό φορτίο καρπών, δένδρα με προβλήματα προσβολών στα φύλλα από μυκητολογικές ασθένειες ή από φυτόφθορα στο λαιμό και δένδρα προσβεβλημένα από κοκκοειδή και άλλους εχθρούς παρουσιάζουν μειωμένη αντοχή στον παγετό (Βασιλακάκης & Θεριός, 1996).
 
3.1.4 Εγκατάσταση φυσικών ή τεχνητών ανεμοφρακτών
Η παρουσία ανεμοφρακτών δηλαδή υψηλών δένδρων, όπως κυπαρίσσια, προστατεύουν τον οπωρώνα από παγερούς ανέμους (δυνατούς βοριάδες) (Εικ. 4). Όμως, σε περιοχές όπου υποφέρουν από παγετούς ακτινοβολίας η παρουσία ανεμοφρακτών δίδει αντίθετα από τα επιθυμητά αποτελέσματα διότι εμποδίζει την κίνηση του αέρα και σχηματίζει έναν θύλακα παγετού (Σφακιωτάκης, 1993). Σε γενικές γραμμές, η προστασία που παρέχουν οι ανεμοφράχτες εξαρτάται από το ύψος τους, δηλαδή προσφέρουν προστασία στον οπωρώνα ίση με 7-10 φορές το ύψος τους. Για παράδειγμα, ένα ανεμοφράκτης με δένδρα ύψους 10 μέτρων παρέχει προστασία ακτίνας 70-100 μέτρα στα δένδρα του οπωρώνα, αρχής γενομένης από το σημείο που βρίσκονται τα δένδρα του φράκτη.
 
Φυσικός ανεμοφράκτης από κυπαρίσσια σε οπωρώνα εσπεριδοειδών.
Εικόνα 4. Ανεμοφράκτης σε οπωρώνα εσπεριδοειδών.
 
3.1.5 Καταπολέμηση ζιζανίων
Ο φυσικός χλοοτάπητας στους οπωρώνες δημιουργείται από την ανάπτυξη ζιζανίων τα οποία απορροφούν την ηλιακή ενέργεια και τη μετατρέπουν σε φωτοσυνθετικά υλικά και παράλληλα εμποδίζουν το έδαφος να θερμανθεί. Η διαπνοή τους επίσης έχει κάποια ψυχρή επίδραση στον οπωρώνα. Ενσωματώνοντας τον χλοοτάπητα και ισοπεδώνοντας το έδαφος επιτρέπουμε την ακτινοβολούμενη από τον ήλιο θερμότητα να ζεστάνει την εδαφική μάζα. Στη συνέχεια, η θερμότητα αυτή ακτινοβολείται πάλι πίσω στον ουρανό τη νύχτα. Κατά την διαδικασία αυτή, οι οφθαλμοί και τα λοιπά φυτικά όργανα απορροφούν ένα μέρος από την ακτινοβολούμενη θερμότητα και εξασφαλίζεται κάποια παγετοπροστασία (Ποντίκης, 1997).
 
3.1.6 Αποφυγή κλαδεύματος και υπερβολικών λιπάνσεων λίγο πριν και κατά τη διάρκεια της ψυχρής περιόδου του έτους
Έχει αποδειχτεί ότι τα ακλάδευτα δένδρα είναι λιγότερο ευπαθή στους παγετούς από ότι τα κλαδεμένα. Τα δένδρα για να ανταπεξέλθουν καλύτερα στις χαμηλές θερμοκρασίες καλό είναι να κλαδεύονται νωρίς την άνοιξη και όχι αργά το καλοκαίρι. Επίσης, απαιτούνται προσεκτικοί χειρισμοί κατά την λίπανση των δένδρων την περίοδο λίγο πριν την πτώση των θερμοκρασιών, από το τέλος του καλοκαιριού μέχρι τα μέσα φθινοπώρου, αλλά και κατά τη διάρκεια του χειμώνα (Βασιλακάκης & Θεριός, 1996).
 
3.1.7 Ψεκασμοί για τον περιορισμό των παγοποιητικών βακτηρίων
Στην φύση βρέθηκαν βακτήρια του είδους Psedomonas syringae όπου μολύνουν τα φυτά χωρίς να προκαλούν ασθένειες. Αποικίες τέτοιων βακτηρίων εγκαθίστανται πάνω στους φυτικούς ιστούς και εκκρίνουν πρωτεϊνικές ουσίες όπου αποτελούν τους πυρήνες γύρω από τους οποίους ενώνονται τα μόρια του νερού με αποτέλεσμα τον ευκολότερο σχηματισμό παγοκρυστάλλων. Έτσι τα δένδρα γίνονται πιο ευαίσθητα στους παγετούς.
Είναι ένα από τα μέτρα παθητικής προστασίας είναι και η εφαρμογή διαφόρων χημικών και βιολογικών σκευασμάτων με σκοπό τον περιορισμό του πληθυσμού των επιφύτων παγοποιητικών βακτηρίων και επομένως την αύξηση της αντοχής των δένδρων στις χαμηλές θερμοκρασίες. Παράδειγμα τέτοιων χημικών ουσιών αποτελούν διάφορα βακτηριοκτόνα, όπως τα χαλκούχα σκευάσματα (Σφακιωτάκης, 1993).
 
3.2 Ενεργητικά μέτρα παγετοπροστασίας
Είναι τα μέτρα που λαμβάνει ο καλλιεργητής χρησιμοποιώντας την τεχνολογία και διάφορα μέσα που διαθέτει προκειμένου να επέμβει στον οπωρώνα λίγο πριν ή κατά τη διάρκεια του παγετού με απώτερο στόχο την αύξηση της θερμοκρασίας φυτικών ιστών, φυτικών οργάνων, ολόκληρων δένδρων και ολόκληρου του οπωρώνα συνολικά ώστε να περιοριστούν, αν όχι να αποφευχθούν, οι ζημιές που προκαλούνται από την επίδραση των χαμηλών θερμοκρασιών. Μεταξύ άλλων, αναφέρονται και αναλύονται παρακάτω τα εξής ενεργητικά μέτρα παγετοπροστασίας: (α) ανεμομίκτες, (β) θερμάστρες, (γ) εφαρμογή νερού (καταιονισμός, κατάκλιση) και (δ) χρήση μονωτικών υλικών (νεαρά δενδρύλλια) (Παπαδάκης, 2009).  
 
3.2.1 Ανεμομίκτες
Οι ανεμομίκτες είναι από τα σπουδαιότερα μηχανήματα που χρησιμοποιούνται για την αποφυγή των παγετών. Εγκαθίστανται στους οπωρώνες και μάλιστα σε υψηλότερα επίπεδα από την κόμη των δένδρων (περίπου στα 11 μέτρα) διότι εκεί βρίσκεται ένα στρώμα θερμού αέρα, που εκμεταλλευόμαστε κατά τη λειτουργία του ανεμομίκτη (Εικ. 5, 6). Ο ανεμομίκτης στέλνει τον θερμό αέρα που βρίσκεται πολύ πάνω από την κόμη των δένδρων προς το έδαφος όπου βρίσκεται ο ψυχρός αέρας (ο ψυχρός αέρας είναι βαρύτερος από το θερμό) και τους αναμιγνύει, με αποτέλεσμα την άνοδο της μέσης θερμοκρασίας του αέρα που βρίσκεται κοντά στο έδαφος και γύρω από την κόμη των δένδρων. Ο υψηλά ευρισκόμενος αέρας θερμαίνεται κατά την διάρκεια της ημέρας μόλις βραδιάσει ο αέρας πάνω από την επιφάνεια του εδάφους που θερμάνθηκε κατά την διάρκεια της ημέρας ψύχεται καθώς η θερμότητα ανταλλάσσεται μ’ αυτήν του εδάφους. Καθώς η ανταλλαγή θερμότητας συνεχίζεται το στρώμα του ψυχρού αέρα κοντά στο έδαφος αυξάνει σε ύψος αλλά ο πυκνότερος και ψυχρότερος αέρας βρίσκεται κοντά στο έδαφος (Ποντίκης, 1997; Βασιλακάκης, 2004).
 
 
Ανεμομίκτης σε οπωρώνα εσπεριδοειδών. Χρησιμοποιείται για προστασία των δέντρων από παγετούς ακτινοβολίας.
Εικόνα 5. Ανεμομίκτης σε οπωρώνα εσπεριδοειδών.
 
Οι ανεμομίκτες δίνουν τα καλύτερα αποτελέσματα αν τεθούν σε λειτουργία έγκαιρα και όταν επικρατεί νηνεμία. Είναι σημαντικό να μην λειτουργεί ο ανεμομίκτης όταν επικρατεί δυνατός αέρας στην περιοχή διότι μπορεί να προκληθούν περαιτέρω ζημίες όχι μόνο στην καλλιέργεια αλλά ακόμα και στο ίδιο το μηχάνημα (Βασιλακάκης & Θεριός, 1996).
Οι ανεμομίκτες μπορούν να ανεβάσουν την θερμοκρασία του οπωρώνα κατά 2 έως 4 ºC. Είναι περισσότερο αποτελεσματικοί όταν συνδυάζονται με θέρμανση του οπωρώνα. Ο ανεμομίκτης πρέπει να τίθεται αυτόματα σε λειτουργία με τους αυτόματους μηχανισμούς που διαθέτει όταν η θερμοκρασία του οπωρώνα έχει φθάσει στους +1 ºC και να λειτουργεί συνεχώς όσο χρόνο επικρατεί παγετός και να σταματάει αυτόματα όταν η θερμοκρασία περάσει τους +1,1 ºC. Οι ανεμομίκτες λειτουργούν με ρεύμα ή με μηχανή ντίζελ. Μπορούν να καλύψουν 10-20 στρέμματα ανάλογα με την ισχύς τους. Έτσι μπορούμε να συνδυάσουμε περισσότερα από 2 μηχανήματα στον οπωρώνα, ανάλογα την έκταση και το σχήμα του. Επιπρόσθετα, πριν την τοποθέτηση του ανεμομίκτη σε έναν οπωρώνα πρέπει να εξεταστούν τα ρεύματα αέρα που συνήθως επικρατούν στην περιοχή για να τοποθετηθεί στο κατάλληλο σημείο (Βασιλακάκης, 2004).
 
Ανεμομίκτης για παγετοπροστασία.
Εικόνα 6. Ανεμομίκτης σε κοντινή φωτογραφία.
 
 
 
3.2.2 Θερμάστρες
Είναι η μέθοδος κατά την οποία η ανύψωση της θερμοκρασίας γίνεται με ειδικές θερμάστρες πετρελαίου ή προπανίου. Όταν δίνεται το σήμα κινδύνου οι θερμάστρες ανάβουν και λειτουργούν επί τόσο χρονικό διάστημα όσο επικρατεί παγετός. Απαιτούνται 20 θερμάστρες ανά στρέμμα (Βασιλακάκης & Θεριός, 1996).
Το κόστος αγοράς είναι πολύ μεγάλο, ιδιαίτερα σε μεγάλους οπωρώνες όπου είναι και δύσκολη η εγκατάσταση τους. Επίσης, οι θερμάστρες προπανίου, που ήταν ένα από τα πρώτα συστήματα παγετοπροστασίας των εσπεριδοειδών που εφαρμόστηκε στη Φλώρινα των ΗΠΑ, έχουν πλέον εγκαταλειφθεί (Βασιλακάκης, 2004).
 
3.2.3 Καταιονισμός
Η μέθοδος του καταιονισμού, δηλαδή της εφαρμογής νερού μέσω εκτοξευτήρων (μπεκ), είναι πολύ αποτελεσματική για την προστασία των δένδρων από τον παγετό και χρησιμοποιείται και για την προστασία των εσπεριδοειδών (Εικ. 7).
 
 
Σύστημα καταιονισμού για άρδευση και παγετοπροστασία εσπεριδοειδών.
Εικόνα 7. Σύστημα καταιονισμού για άρδευση και παγετοπροστασία εσπεριδοειδών.
 
Η εφαρμογή του καταιονισμού πρέπει να ξεκινάει όταν η θερμοκρασία της ατμόσφαιρας είναι 1,1-2,2 ºC, ανάλογα με το σημείου δρόσου, και να σταματάει όταν ανέβει πάνω από τον 1 ºC. Η μέθοδος αυτή μπορεί να προστατέψει τα δένδρα όταν η θερμοκρασία πέσει μέχρι -3.9 ºC και αποδίδει καλύτερα αν έχουμε βαθμιαία πτώση της θερμοκρασίας και όχι απότομη (Βασιλακάκης, 2004).
Κατά τους Βασιλακάκη & Θεριό (1996), για την προστασία των δένδρων από παγετό γίνεται εγκατάσταση αρδευτικού δικτύου. Μόλις δίνεται το σήμα κινδύνου το αυτόματο δίκτυο εκτόξευσης νερού τίθεται σε λειτουργία. Το όλο σύστημα λειτουργεί μέχρι να περάσει ο κίνδυνος. Προϋπόθεση είναι να εφαρμόζεται σε ελαφριά εδάφη και με καλή στράγγιση και απαραίτητο είναι να υπάρχει μόνιμο αρδευτικό δίκτυο και μόνιμη παροχή νερού.
 
 
Σχηματισμός πάγου πάνω σε δένδρα κατά την εφαρμογή νερού μέσω δικτύου καταιονιστήρων
Εικόνα 8. Σχηματισμός πάγου πάνω σε δένδρα κατά την εφαρμογή νερού μέσω δικτύου καταιονιστήρων  (Anonymous, 2009).
 
Ως βασικό μειονέκτημα αυτής της μεθόδου αναφέρεται ο σχηματισμός πάγου (σταλακτίτες-σταλαγμίτες) στο σημείο που πέφτει το νερό πάνω στην κόμη (Εικ. 8), με αποτέλεσμα την πρόκληση ζημιών στα δένδρα από το βάρος. Πιο συγκεκριμένα, μπορεί να παρατηρηθεί θραύση χαμηλών κλαδιών (ποδιών) αλλά ακόμα και βραχιόνων. Σε οπωρώνες που χρησιμοποιείται η παραπάνω μέθοδος, καλό είναι κατά το κλάδεμα των δένδρων να αφαιρούνται οι ποδιές που βρίσκονται κοντά στο έδαφος.
 
3.2.4 Άρδευση με κατάκλιση
Αφού το νερό παράγει θερμότητα όταν ψύχεται ή παγώνει, το πότισμα με κατάκλιση (αυλάκια, λεκάνες) όταν πρόκειται να σημειωθεί παγετός είναι ένας τρόπος περιορισμού ή αποφυγής ζημιών (ανάλογα με την ένταση του επερχόμενου παγετού). Η μέθοδος όμως αυτή έχει όμως αρκετά μειονεκτήματα: (α) απαιτείται μεγάλη ποσότητα νερού, (β) αν η θερμοκρασία πέσει σε πολύ χαμηλό επίπεδο, το νερό του ποτίσματος θα παγώσει και αν οι θερμοκρασίες παγετού επιμένουν γι’ αρκετές ημέρες και το πότισμα συνεχίζεται το έδαφος πλημμυρίζει, αμέσως μετά το πέρας των θερμοκρασιών παγετού, και τα δένδρα μπορεί να ξεραθούν από ασφυξία, και (γ) δεν μπορούν να εκτελεστούν κανονικά οι προβλεπόμενες για την εποχή καλλιεργητικές φροντίδες, λόγω του ότι το έδαφος θα παραμένει αρκετά υγρό για πάρα πολύ μεγάλο χρονικό διάστημα πράγμα που παρεμποδίζει τις εργασίες αυτές (Ποντίκης, 1997).
 
 
Χρήση διαφόρων μονωτικών υλικών γύρω από τον κορμό δενδρυλλίων για την προστασία τους από τις χαμηλές θερμοκρασίες
Εικόνα 9. Χρήση διαφόρων μονωτικών υλικών γύρω από τον κορμό δενδρυλλίων για την προστασία τους από τις χαμηλές θερμοκρασίες (Anonymous, 2009).
 
3.2.5 Χρήση μονωτικών υλικών
Μια πολύ απλή και εύκολη μέθοδος για να προστατευτούν τα νεαρά δενδρύλλια, που είναι και πιο ευαίσθητα στις χαμηλές θερμοκρασίες, είναι η τοποθέτηση μονωτικών υλικών γύρω από τον κορμό τους (Εικ. 9). Χρησιμοποιείται κυρίως σε φυτώρια αλλά και κατά τα πρώτα χρόνια μετά την εγκατάσταση των νεαρών δενδρυλλίων στον αγρό. Τα υλικά που χρησιμοποιούνται είναι το φελιζόλ, το άχυρο, διάφορα πλαστικά ή συνθετικά υλικά ακόμα και χώμα γύρω από τον κορμό. Η απόδοση αυτής της μεθόδου εξαρτάται από τις ιδιαίτερες θερμομονωτικές ιδιότητες του κάθε υλικού (Σφακιωτάκης, 1993).
 
4. Χειρισμοί σε παγετόπληκτα δένδρα
Μετά από ένα ισχυρό παγετό πρέπει να γίνονται ψεκασμοί με χαλκούχα σκευάσματα για να βοηθηθούν τα δένδρα προκειμένου να ξεπεράσουν το στρες των χαμηλών θερμοκρασιών. Τα τμήματα του δένδρου όπου υπάρχουν σχασίματα του φλοιού πρέπει να θεραπεύονται με μυκητοκτόνα και να καλύπτονται με κόλλα εμβολιασμού για να αποφθεχθεί η είσοδος παθογόνων. Επίσης, πρέπει να γίνεται σωστή λίπανση για να δημιουργηθεί νέα και ζωηρότερη βλάστηση (Βασιλακάκης & Θεριός, 1996).
Μετά την έλευση ενός παγετού και πριν να προχωρήσουμε σε κλάδεμα των δένδρων, αυτά αφήνονται για αρκετό χρονικό διάστημα ώστε να εμφανιστεί η πραγματική ζημία, υπό μορφή ορατών συμπτωμάτων (ξηράνσεις, σχισίματα) επί των νεαρών βλαστών, των κλαδιών, των υποβραχιόνων, των βραχιόνων ή/και επί του κορμού του δένδρου. Μετά από την πάροδο επαρκούς χρονικού διαστήματος, που επιτρέπει την αποκάλυψη της πραγματικής ζημίας που υπέστη το δένδρο, μπορεί να γίνει κλάδεμα με σκοπό την κοπή των ξηρών-απονεκρωμένων τμημάτων των δένδρων με τέτοιο τρόπο ώστε η κόμη να περιορίζεται πλέον μόνο στα ζωντανά τμήματά της. Κατά τη βλαστική περίοδο που έπεται του κλαδέματος παρατηρείται έντονη εκβλάστηση κοιμώμενων ή επίκτητων οφθαλμών με αποτέλεσμα το σχηματισμό νέας βλάστησης. Ανάλογα με την έκταση της ζημιάς και επομένως την έκταση του κλαδέματος που είχαν υποστεί τα δένδρα μετά τον παγέτο, αυτοί οι νέοι βλαστοί χρησιμοποιούνται είτε για τον επανασχηματισμό-διαμόρφωση της κόμης του δένδρου (σε περίπτωση μεγάλης ζημιάς: βραχιοτομή, κορμοτομή) είτε απλά για την αποκατάσταση της καρποφόρας επιφάνειας της κόμης (σε περίπτωση ήπιας ζημιάς: κλάδεμα αφαίρεσης νεαρών κλάδων). Σημειώνεται ότι σε περίπτωση ζημιών πολύ μεγάλης έκτασης σε δένδρα εσπεριδοειδών, όπου απαιτείται να γίνει κορμοτομή και δεδομένου ότι όλες οι ποικιλίες είναι εμβολιασμένες πάνω σε υποκείμενα, πρέπει να δοθεί ιδιαίτερη προσοχή ώστε  η τομή του κορμού να γίνει σε σημείο πάνω από την περιοχή του εμβολιασμού (εξυπακούεται ότι η τομή γίνεται πάντα σε ζωντανό τμήμα). Αυτό θα βοηθήσει στην ταχύτατη αναβλάστηση της ποικιλίας και στον γρήγορο επανασχηματισμό της κόμης του δένδρου και επομένως στην γρήγορη αποκατάσταση της παραγωγικότητάς του. Σε αντίθετη περίπτωση, όταν δηλαδή η ζημιά είναι τέτοια που η τομή του κορμού πρέπει να γίνει υποχρεωτικά κάτω από την περιοχή εμβολιασμού, τότε απαιτείται ο επανεμβολιασμός, με εγκεντρισμό, του υποκειμένου. Αν και απαιτείται μεγαλύτερο χρονικό διάστημα για την διαμόρφωση της κόμης των δένδρων που έχουν επανεμβολιαστεί, σε σχέση με την περίπτωση ηπιότερων ζημιών που δεν απαιτούν επανεμβολιασμό, δίνεται η δυνατότητα στους καλλιεργητές να σκεφτούν και πιθανόν να αποφασίσουν την αλλαγή της καλλιεργούμενης ποικιλίας ή ακόμα και τους είδους (Παπαδάκης, 2009).
 
5. Συζήτηση- Συμπεράσματα
Συμπερασματικά, διαπιστώνετε ότι τα εσπεριδοειδή είναι πολύ ευαίσθητα στις χαμηλές θερμοκρασίες. Πριν από την εγκατάσταση ενός οπωρώνα ο καλλιεργητής πρέπει να γνωρίζει πολύ καλά το μικροκλίμα της περιοχής έτσι ώστε να κάνει την σωστή επιλογή του είδους που θα καλλιεργήσει. Πιο συγκεκριμένα, σε περιοχές όπου οι παγετοί είναι συχνοί, μέτριας ή μεγάλης έντασης και διάρκειας πρέπει να αποφεύγετε η καλλιέργεια εσπεριδοειδών. Ωστόσο, σε περιοχές με αυξημένη συχνότητα ασθενών παγετών μπορούν να επιλέγονται για καλλιέργεια τα ανθεκτικότερα είδη, όπως η πορτοκαλιά και η μανταρινιά, και να αποφεύγονται τα πολύ ευαίσθητα, όπως η λεμονιά και η κιτριά. Τα ευαίσθητα είδη πρέπει να καλλιεργούνται σε περιοχές με μηδενική πιθανότητα παγετού. Τέλος, σε ήδη εγκατεστημένους εσπεριδεώνες αλλά και σε μελλοντικές φυτείες εσπεριδοειδών σε περιοχές που συμβαίνουν ασθενείς παγετοί εκτός από τη λήψη προληπτικών (παθητικών) μέτρων θα πρέπει να λαμβάνονται και τα κατάλληλα ενεργητικά μέτρα προστασίας ώστε να μειώνονται στο ελάχιστο οι ζημιές.

6.Βιβλιογραφία
Anonymous, 2009. "Subtropical Frost and Freeze Hazards". Διαθέσιμο online: <http://aggie-horticulture.tamu.edu/syllabi/422/ppt/422frost.ppt>, [Τελευταία πρόσβαση 03/12/2009].
Ανώνυμος, 2008. Τα εσπεριδοειδή στη Ελλάδα. Γεωργία Κτηνοτροφία, 10, σελ. 8-10. 
Βασιλακάκης, Μ., & Θεριός, Ι., 1996. Μαθήματα Ειδικής Δενδροκομίας Εσπεριδοειδή, Εκδόσεις Δεδούση Θεσσαλονίκη, σελ.54-62.
Βασιλακάκης, Μ., 2004. "Γενική και Ειδική Δενδροκομία". Εκδόσεις Γαρταγάνη, Θεσσαλονίκη, σελ. 97-114.
Κωνσταντινίδου, Ε.-Ι., 2003. Φυσιολογία αβιοτικών καταπονήσεων. In: Ρουμπελάκη-Αγγελάκη, Κ.Α. (Ed.), Φυσιολογία φυτών, από το μόριο στο περιβάλλον. Πανεπιστημιακές εκδόσεις Κρήτης, Ηράκλειο Κρήτης, pp. 555-620
Morton, J. 1987. Lemon. In: Fruits of warm climates. Julia F. Morton (Ed.), Miami, FL. p. 160–168.
Παναγόπουλος, Χ.Γ., 1997."Ασθένειες Καρποφόρων Δένδρων Και Αμπέλου". Εκδόσεις Α. Σταμούλης, Αθήνα 1997, σελ. 308-310.
Παπαδάκης, Ι., 2009. "Διαλέξεις μαθήματος Μεσογειακών δενδρωδών καλλιεργειών", Εκδόσεις ΤΕΙ Κρήτης, Ηράκλειο 2009.
Ποντίκης, Κ., 1997. "Γενική Δενδροκομία". Εκδόσεις Α. Σταμούλης, Αθήνα 1997, σελ. 477-486.
Price, M. L., 2009. "Citrus propagation and rootstocks". Διαθέσιμο online:  <http://www.ultimatecitrus.com/pdf/tncitrus.htm>, [Τελευταία πρόσβαση 28/11/2009].
Spiegel-Roy, P., & Goldschmidt, E.E., 1996. Biology of Citrus, Cambridge University Press.
Σφακιωτάκης, Ε., 1993. "Γενική Δενδροκομία", Γ’ Έκδοση, Εκδόσεις typo MAN, Θεσσαλονίκη 1993, σελ. 108 – 135.

Για ακόμη περισσότερη δενδροκομική γνώση και ενημέρωση, επισκεφτείτε και εγγραφείτε στο κανάλι του Pomology.gr στο YouTube πατώντας εδώ!

Ακολουθήστε το Pomology.gr στο Facebook και ενημερωθείτε πρώτοι για όλες τις νέες αναρτήσεις.


Μοιραστείτε άμεσα αυτή την ανάρτηση με τους φίλους σας, μέσω Email, Twitter, Facebook, Pinterest ή WhatsApp, χρησιμοποιώντας ένα από τα χαρακτηριστικά εικονίδια που ακολουθούν ...

Μπορεί να σας αρέσουν αυτές οι αναρτήσεις:

ΑΝΑΖΗΤΗΣΗ ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΩΝ ΑΡΘΡΩΝ